στο λεξικό PONS
εξίσου [ɛˈksisu] ΕΠΊΡΡ
- εξίσου
- gleichermaßen
- είναι εξίσου υπεύθυνος για …
- er ist gleichermaßen verantwortlich für …
- εξίσου μεγάλος/καλός
- gleich groß/gut
- είναι εξίσου έξυπνος με τον αδερφό του
- er ist genauso schlau wie sein Bruder
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι εξίσου υπεύθυνος για …
- er ist gleichermaßen verantwortlich für …
- εξίσου μεγάλος/καλός
- gleich groß/gut
- είναι εξίσου έξυπνος με τον αδερφό του
- er ist genauso schlau wie sein Bruder