στο λεξικό PONS
εκτός [ɛkˈtɔs] ΕΠΊΡΡ
1. εκτός (τοπικά):
- εκτός της Αθήνας
- außerhalb von Athen
- εκτός εαυτού
- außer sich
- ήταν εκτός εαυτού από χαρά
- er war außer sich vor Freude
- εκτός κινδύνου
- außer Gefahr
- εκτός τόπου
- fehl am Platz
2. εκτός (εξαιρουμένου):
- εκτός
- außer
- όλοι εκτός από μένα
- alle außer mir
- εκτός από μερικά μικρά λάθη ήταν …
- außer einigen kleinen Fehlern war alles …
- εκτός απ' αυτό/εκτός αυτού υπήρχαν και μερικά …
- außerdem gab es noch einige …
- έχεις άλλα βιβλία εκτός απ' αυτά;
- hast du außer diesen noch andere/weitere Bücher?
- εκτός του ότι είναι μουσικός, ξέρει και να …
- außer dass er ein Musiker ist, kann er auch …
- δε θέλει εκτός αν πας κι εσύ
- er will nicht, es sei denn, du gehst mit, er will nicht, außer du gehst mit
- εκτός αν βρέχει
- außer (wenn) es regnet
έκτ|ος <-η, -ο> [ˈɛktɔs] ΕΠΊΘ
- έκτος
- sechste(r, s)
- φτάνω έκτος/έκτη
- als Sechster/Sechste ankommen
- βγήκε έκτος (σε αγώνα)
- er wurde Sechster
- η έκτη αίσθηση
- der sechste Sinn αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- … εκτός απροόπτου
- … es sei denn, es kommt etwas dazwischen
- εκτός φάσης
- außer Phase
- δέκατος έκτος
- sechzehnter
- βγήκε έκτος (σε αγώνα)
- er wurde Sechster
- εκτός εαυτού
- außer sich