στο λεξικό PONS
βάζο [ˈvazɔ] SUBST ουδ
1. βάζο (μικρό γυάλινο δοχείο):
- βάζο
- Glas ουδ
2. βάζο (λουλουδιών και παρόμοια):
- βάζο
- Vase θηλ
- βάζο λουλουδιών
- Blumenvase θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βάζο λουλουδιών
- Blumenvase θηλ
- έβαλε το βάζο πάνω στο τραπέζι
- er hat die Vase auf den Tisch gestellt
- ξανάβαλε το βάζο πάνω στο τραπέζι
- er hat die Vase wieder auf den Tisch gestellt
- το βάζο έπεσε και έγινε θρύψαλα
- die Vase fiel hin und zersprang in tausend Scherben