στο λεξικό PONS
πόδι [ˈpɔði] SUBST ουδ
1. πόδι (από τον αστράγαλο και κάτω):
- πόδι
- Fuß αρσ
2. πόδι (σκέλος, καρέκλας, τραπεζιού):
- πόδι
- Bein ουδ
- μπροστινό πόδι (ζώου, τραπεζιού)
- Vorderbein ουδ
- πισινό/πίσω πόδι (ζώου, τραπεζιού)
- Hinterbein ουδ
ιδιωτισμοί:
- πηγαίνω με τα πόδια
- zu Fuß gehen
- είμαι στο πόδι
- auf den Beinen sein
- από το κεφάλι ως τα πόδια
- von Kopf bis Fuß
- δε θα πατήσω το πόδι μου σ' αυτό το σπίτι
- in dieses Haus werde ich keinen Fuß setzen
- πέφτω στα πόδια κάποιου
- jdm zu Füßen fallen
- συνέχεια στα πόδια μου είσαι (ενοχλείς)
- du bist ständig im Weg
- τον έχω μέσα στα πόδια μου
- er steht mir im Weg
- δε με βαστάν τα πόδια μου
- ich kann mich kaum noch auf den Beinen halten
- το βάζω στα πόδια
- davonlaufen/davonrennen
- είμαι/βρίσκομαι με το ένα πόδι στον τάφο
- mit einem Bein im Grabe stehen
- βάζω κάποιου τα δυο πόδια σε ένα παπούτσι
- jdn fügsam machen
- μου κόπηκαν τα πόδια (από φόβο)
- mir blieb das Herz stehen
- στέκομαι στα πόδια μου (έχω αυτοπεποίθηση, ξέρω τι κάνω)
- mit beiden Beinen auf der Erde stehen
πόδι SUBST
- πόδι του πελεκάνου (μαλάκιο) ουδ ΖΩΟΛ
- Pelikanfuß αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μπροστινό πόδι (ζώου, τραπεζιού)
- Vorderbein ουδ
- είμαι στο πόδι
- auf den Beinen sein
- πισινό/πίσω πόδι (ζώου, τραπεζιού)
- Hinterbein ουδ
- είμαι/βρίσκομαι με το ένα πόδι στον τάφο
- mit einem Bein im Grabe stehen
- δε θα πατήσω το πόδι μου σ' αυτό το σπίτι
- in dieses Haus werde ich keinen Fuß setzen