στο λεξικό PONS
εξάδελφος (εξαδέλφη) [ɛˈksaðɛlfɔs, ɛksaˈðɛlfi] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
- εξάδελφος (εξαδέλφη)
- Cousin αρσ
- εξάδελφος (εξαδέλφη)
- Vetter αρσ
- εξάδελφος (εξαδέλφη)
- Cousine θηλ
- εξάδελφος (εξαδέλφη)
- Kusine θηλ
- πρώτος/δεύτερος εξάδελφος
- Cousin αρσ ersten/zweiten Grades
ξάδερφος (ξαδέρφη) [ˈksaðɛrfɔs, ksaˈðɛrfi] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
- ξάδερφος (ξαδέρφη)
- Cousin αρσ
- ξάδερφος (ξαδέρφη)
- Vetter αρσ
- ξάδερφος (ξαδέρφη)
- Cousine
- ξάδερφος (ξαδέρφη)
- Kusine θηλ
αδελφός SUBST αρσ
αδελφός → αδερφός
αδερφ|ός2 [aðɛrˈfɔs], αδελφ|ός [aðɛlˈfɔs] <-ή, -ό> ΕΠΊΘ
- αδερφός
- Schwester-, Bruder-
- αδελφή εταιρεία
- Schwesterfirma θηλ
- αδελφές πόλεις
- Partnerstädte θηλ πλ
- η Α και η Β είναι αδελφές πόλεις
- es besteht eine Städtepartnerschaft zwischen A und B
- αδελφός λαός
- Brudervolk ουδ
- είναι αδελφές ψυχές
- sie sind seelenverwandt
αδερφός1 [aðɛrˈfɔs], αδελφός [aðɛlˈfɔs], αδερφή [aðɛrˈfi], αδελφή [aðɛlˈfi] SUBST αρσ/θηλ
- αδερφός
- Bruder αρσ
- αδερφή
- Schwester θηλ
- αδελφοί … ΕΜΠΌΡ
- Gebrüder …
- αδελφή θηλ του ελέους
- Barmherzige Schwester θηλ
- ο μεγάλος αδελφός (του Orwell)
- Big Brother αρσ
- ο μεγάλος αδελφός σε παρακολουθεί
- Big Brother is watching you
αδερφός1 [aðɛrˈfɔs], αδελφός [aðɛlˈfɔs], αδερφή [aðɛrˈfi], αδελφή [aðɛlˈfi] SUBST αρσ/θηλ
- αδερφός
- Bruder αρσ
- αδερφή
- Schwester θηλ
- αδελφοί … ΕΜΠΌΡ
- Gebrüder …
- αδελφή θηλ του ελέους
- Barmherzige Schwester θηλ
- ο μεγάλος αδελφός (του Orwell)
- Big Brother αρσ
- ο μεγάλος αδελφός σε παρακολουθεί
- Big Brother is watching you
συνάδελφος [siˈnaðɛlfɔs], συνάδερφος [siˈnaðɛrfɔs] SUBST αρσ/θηλ
- συνάδελφος
- Kollege αρσ (Kollegin) θηλ