στο λεξικό PONS
φροντίδα [frɔnˈdiða] SUBST θηλ
1. φροντίδα (έγνοια):
- φροντίδα
- Sorge θηλ
2. φροντίδα (περιποίηση):
- φροντίδα
- Pflege θηλ
- νοσηλευτική φροντίδα
- Krankenpflege θηλ
- φροντίδα (των) δοντιών
- Zahnpflege θηλ
- φροντίδα (του) αυτοκινήτου
- Autopflege θηλ
- επάγγελμα ουδ φροντίδας
- Pflegeberuf αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- νοσηλευτική φροντίδα
- Krankenpflege θηλ
- φροντίδα θηλ του δέρματος
- Hautpflege θηλ
- φροντίδα θηλ του γκαζόν
- Rasenpflege θηλ
- φροντίδα (των) δοντιών
- Zahnpflege θηλ
- φροντίδα (του) αυτοκινήτου
- Autopflege θηλ