στο λεξικό PONS
αποκαλύ|πτω <-ψα, -φτηκα, -μμένος> [apɔkaˈliptɔ] VERB μεταβ
1. αποκαλύπτω (ξεσκεπάζω):
- αποκαλύπτω
- aufdecken
2. αποκαλύπτω (φανερώνω):
- αποκαλύπτω
- aufdecken, enthüllen
- αποκαλύπτω ένα μυστικό
- ein Geheimnis lüften
3. αποκαλύπτω (ψεύτη, κλέφτη):
- αποκαλύπτω
- entlarven
4. αποκαλύπτω (βρίσκω):
- αποκαλύπτω
- entdecken
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποκαλύπτω ένα μυστικό
- ein Geheimnis lüften