στο λεξικό PONS
μύγα [ˈmiɣa] SUBST θηλ
- μύγα
- Fliege θηλ
- δεν μπορεί να κάνει κακό ούτε σε μύγα
- er kann nicht einmal einer Fliege etwas antun
- είναι σαν τη μύγα μες στο γάλα
- er fällt auf wie ein bunter Hund
- μύγα (τσε-τσέ) σε τσίμπησε;
- hat dich eine Wespe gestochen?
- χάφτω μύγες (τεμπελιάζω)
- (einfach nur) herumhängen
- βαράω μύγες (τεμπελιάζω)
- (einfach nur) herumhängen
- βαράω μύγες (περνάω την ώρα μου χωρίς πελάτη)
- (einfach nur) die Zeit tot schlagen
- όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται παροιμ
- wenn man sich angesprochen fühlt, hat es wohl etwas zu sagen
- θα φάει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι
- da wird die Hölle los sein
- μύγα τσε-τσέ
- Tsetsefliege θηλ
- ομοίωμα ουδ μύγας (για το ψάρεμα)
- Kunstfliege θηλ
Μύγα [ˈmiɣa] SUBST θηλ (αστερισμός)
- Μύγα
- Fliege θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κάνω τη μύγα βόδι
- aus einer Mücke einen Elefanten machen
- μύγα τσε-τσέ
- Tsetsefliege θηλ
- όποιος έχει τη μύγα μυγιάζεται παροιμ
- wenn man sich angesprochen fühlt, hat es wohl etwas zu sagen
- όποιος έχει τη μύγα, μυγιάζεται παροιμ
- wen's juckt, der kratze sich
- μύγα (τσε-τσέ) σε τσίμπησε;
- hat dich eine Wespe gestochen?