στο λεξικό PONS
λεπτό [lɛpˈtɔ] SUBST ουδ
1. λεπτό (της ώρας):
- λεπτό
- Minute θηλ
- ένα λεπτό και έρχομαι
- eine Minute noch, dann komme ich
- μισό λεπτό ακόμα
- einen kleinen Moment noch
- σε μερικά λεπτά θα τελειώσω
- in ein paar Minuten bin ich fertig
- για περίμενε ένα λεπτό
- warte mal einen Moment/eine Minute
- δεν έχουμε ούτε λεπτό για χάσιμο
- wir haben keine Minute zu verlieren
- χωρίς να χάσω λεπτό
- ohne Zeit zu verlieren
- λεπτό προς λεπτό
- Minute um Minute
- από λεπτό σε λεπτό θα 'ρθει
- er kommt jeden Moment
2. λεπτό (του ευρώ):
- λεπτό
- Cent αρσ
- 70 λεπτά
- 70 Cent αρσ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λεπτό προς λεπτό
- Minute um Minute
- λεπτό έντερο
- Dünndarm αρσ
- από λεπτό σε λεπτό θα 'ρθει
- er kommt jeden Moment
- ένα λεπτό και έρχομαι
- eine Minute noch, dann komme ich
- για περίμενε ένα λεπτό
- warte mal einen Moment/eine Minute