στο λεξικό PONS
παχ|ύς <-ιά, -ύ> [paˈçis] ΕΠΊΘ
1. παχύς (στις διαστάσεις):
- παχύς
- dick
2. παχύς (κρέας, λιπαρός):
- παχύς
- fett
3. παχύς (άνθρωπος):
- παχύς
- dick
- είναι λίγο παχύς
- er ist etwas füllig/korpulent
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι λίγο παχύς
- er ist etwas füllig/korpulent