στο λεξικό PONS
I. ευχαριστ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɛfxarisˈtɔ] VERB μεταβ
1. ευχαριστώ (εκφράζω ευχαριστία):
- ευχαριστώ κάποιον για κάτι
- jdm für etw danken
- σ' ευχαριστώ που με βοήθησες
- danke, dass du mir geholfen hast
- ορίστε - ευχαριστώ
- bitte - danke
- ευχαριστώ - παρακαλώ
- danke - bitte
- πώς τα πας; - καλά, ευχαριστώ
- wie geht's? - danke, gut
- θέλεις; - όχι, ευχαριστώ
- möchtest du auch was? - nein, danke
- ευχαριστώ πολύ!
- vielen Dank!
- ευχαριστώ πάρα πολύ!
- wirklich vielen Dank!, tausend Dank!
- χίλια ευχαριστώ!
- tausend Dank!
- σας ευχαριστώ/ευχαριστούμε!
- vielen Dank!
- δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω!
- ich weiß gar nicht, wie ich Ihnen dafür danken soll!
2. ευχαριστώ (δίνω χαρά):
- ευχαριστώ
- erfreuen
- … ευχαριστεί το μάτι
- … erfreut das Auge
- για να τον ευχαριστήσω
- um ihm eine Freude zu bereiten
3. ευχαριστώ (ικανοποιώ):
- ευχαριστώ
- zufrieden stellen
- εσύ πάντα προσπαθείς να ευχαριστήσεις όλους
- du versuchst immer, es allen recht zu machen
II. ευχαριστιέμαι VERB αυτοπ ρήμα
- ευχαριστήθηκα πολύ που τον ξαναείδα
- es war eine große Freude für mich/ich habe mich sehr darüber gefreut, ihn wiederzusehen
- ευχαριστιέται να αντιμιλά συνεχώς
- er findet großes Vergnügen daran, ständig zu widersprechen
ευχαριστώ VERB
- ευχαριστιέμαι κάτι (απολαμβάνω)
- etw genießen
- ευχαριστιέμαι τον καφέ μου παραδ φρ
- ich genieße meinen Kaffee
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ευχαριστώ - τίποτα
- danke - nichts zu danken
- ευχαριστώ - παρακαλώ
- danke - bitte
- ορίστε – ευχαριστώ
- bitte – danke
- ορίστε - ευχαριστώ
- bitte - danke
- φτάνει, ευχαριστώ
- danke, das reicht