στο λεξικό PONS
δημοσιογραφικ|ός <-ή, -ό> [ðimɔsiɔɣrafiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. δημοσιογραφικός (σχετικός με το δημοσιογράφο):
- δημοσιογραφικός
- journalistisch
2. δημοσιογραφικός (σχετικός με τον τύπο):
- δημοσιογραφικός
- Presse-
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.