στο λεξικό PONS
I. ανθί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [anˈθizɔ] VERB αμετάβ και μτφ
- ανθίζω
- blühen
II. ανθί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [anˈθizɔ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
- ανθίζομαι οικ (καταλαβαίνω), όταν ανθίστηκα γιατί είχαν φύγει τόσο νωρίς …
- als ich dahinterkam, warum sie schon so früh gegangen waren, …
- τον ανθίστηκα αμέσως
- ich hatte ihn gleich durchschaut
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.