στο λεξικό PONS
ερευν|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɛrɛvˈnɔ] VERB μεταβ
1. ερευνώ (εξετάζω):
- ερευνώ
- untersuchen
2. ερευνώ (προσπαθώ να ανακαλύψω την εσώτερη υπόσταση):
- ερευνώ
- erforschen
3. ερευνώ (συρτάρι, δωμάτιο):
- ερευνώ
- durchsuchen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ερευνώ τα αίτια
- die Ursachen untersuchen