στο λεξικό PONS
κινητ|ός <-ή, -ό> [ciniˈtɔs] ΕΠΊΘ
1. κινητός (που κινείται):
- κινητός
- beweglich
- κινητή σκάλα
- Rolltreppe θηλ
- κινητή γέφυρα
- Zugbrücke θηλ
- κινητή εορτή ΘΡΗΣΚ
- beweglicher Feiertag αρσ
2. κινητός (φορητός):
- κινητός
- mobil
- κινητό (τηλέφωνο)
- Mobiltelefon ουδ
- κινητή τηλεφωνία
- Mobilfunk αρσ
- κινητός πυροσβεστήρας
- tragbarer Feuerlöscher αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κινητός πυροσβεστήρας
- tragbarer Feuerlöscher αρσ