στο λεξικό PONS
I. ηλεκτρικ|ός <-ή, -ό> [ilɛktriˈkɔs] ΕΠΊΘ
- ηλεκτρικός
- elektrisch, Elektro-
- ηλεκτρικές ιδιότητες
- elektrische Eigenschaften θηλ πλ
- ηλεκτρικό καλώδιο
- Stromkabel ουδ
- ηλεκτρικό καλώδιο
- Elektrokabel ουδ
- ηλεκτρική καρέκλα
- elektrischer Stuhl αρσ
- ηλεκτρική συσκευή (ιδίως του σπιτιού)
- Elektrogerät ουδ
- ηλεκτρική μηχανή
- Elektromotor αρσ
- σταθμός αρσ ηλεκτρικής φόρτισης
- Elektrotankstelle θηλ
- θέση θηλ φόρτισης ηλεκτρικών αυτοκινήτων
- Ladesäule θηλ
- θέση θηλ ηλεκτρικής φόρτισης
- Ladesäule θηλ
- ηλεκτρική σκούπα
- Staubsauger αρσ
II. ηλεκτρικ|ός [ilɛktriˈkɔs] SUBST αρσ
- ηλεκτρικός
- die Athener S-Bahn von Kifissia nach Piräus
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ηλεκτρικός συσσωρευτής
- elektrischer Akkumulator αρσ
- ηλεκτρικός αγωγός
- elektrischer Leiter αρσ
- ηλεκτρικός καθρέφτης
- elektrisch verstellbarer Rückspiegel αρσ
- ηλεκτρικός κινητήρας
- Elektromotor αρσ
- ηλεκτρικός μετατροπέας
- elektrischer Wandler αρσ