στο λεξικό PONS
- schrumpfen
- συρρικνώνομαι
- zusammenschrumpfen
- συρρικνώνομαι, μαζεύω
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- συρματόπλεγμα
- συρματόσκοινο
- συρμός
- Σύρος
- Σύρος Σύριος
- συρρικνώνομαι
- συρρίκνωση
- συρροή
- σύρσιμο
- συρτάρι
- συρταριέρα