στο λεξικό PONS
ασυνήθιστ|ος <-η, -ο> [asiˈniθistɔs] ΕΠΊΘ
1. ασυνήθιστος (ασυνήθης):
- ασυνήθιστος
- ungewöhnlich
2. ασυνήθιστος (εξαιρετικός):
- ασυνήθιστος
- außergewöhnlich
3. ασυνήθιστος (όχι εξοικειωμένος):
- ασυνήθιστος
- nicht gewöhnt
- είμαι ασυνήθιστος σ' αυτό το κλίμα
- ich bin an dieses Klima nicht gewöhnt
- είσαι ακόμα ασυνήθιστος σ' αυτό το κλίμα
- du hast dich noch nicht an dieses Klima gewöhnt
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είμαι ασυνήθιστος σ' αυτό το κλίμα
- ich bin an dieses Klima nicht gewöhnt
- είσαι ακόμα ασυνήθιστος σ' αυτό το κλίμα
- du hast dich noch nicht an dieses Klima gewöhnt