στο λεξικό PONS
οδηγ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɔðiˈɣɔ] VERB μεταβ
1. οδηγώ (όχημα, αεροπλάνο, κόμμα, τυφλό):
- οδηγώ
- führen
- οδηγώ κάποιον μέσα
- jdn hineinführen
- οδηγώ κάποιον έξω
- jdn hinausführen
- οδηγώ κάποιον πάνω
- jdn hinaufführen
- οδηγώ κάποιον κάτω
- jdn hinabführen
- τι σε οδηγεί να πιστεύεις ότι …;
- was führt dich dazu zu glauben, dass …?
- αυτό που κάνουν οδηγεί σε αδιέξοδο
- was sie machen, führt in eine ausweglose Situation
- πού οδηγεί αυτός ο δρόμος;
- wohin führt diese Straße?
2. οδηγώ (ειδικά όχημα, αυτοκίνητο):
- οδηγώ
- fahren
- ποιος θα οδηγήσει;
- wer fährt?
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- οδηγώ κάτι σε αποτυχία
- etw zum Scheitern bringen
- οδηγώ κάποιον έξω
- jdn hinausführen
- οδηγώ κάποιον μέσα
- jdn hineinführen
- οδηγώ κάποιον πάνω
- jdn hinaufführen
- οδηγώ κάποιον κάτω
- jdn hinabführen