στο λεξικό PONS
όταν [ˈɔtan] ΣΎΝΔ
1. όταν (αναφερόμενος στο παρελθόν):
- όταν
- als
- όταν ήρθε
- als er gekommen ist/kam
2. όταν (στο μέλλον, κάθε φορά που):
- όταν
- wenn
- όταν θα έρθει φώναξέ με
- ruf mich, wenn er kommt
- όταν μιλάει να μην τη διακόπτεις
- du sollst sie nicht unterbrechen, wenn sie spricht
- όταν παίζει πιάνο δε θέλει να …
- wenn er Klavier spielt, will er nicht …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αποσβολώθηκα όταν …
- ich war verblüfft, als …
- σπάζομαι όταν …
- ich werde sauer, wenn …
- φρικίασα όταν …
- es schauderte mich, als …
- έφριξα όταν …
- es schauderte mich, als …
- σπαρτάρησα όταν …
- mein Herz hüpfte vor Freude, als …