στο λεξικό PONS
αλύγιστ|ος <-η, -ο> [aˈlijistɔs] ΕΠΊΘ
1. αλύγιστος (που δε λυγίζει):
- αλύγιστος
- starr
2. αλύγιστος μτφ (αμετάπειστος):
- αλύγιστος
- unbeugsam
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- αλπινιστής
- Αλσατία
- άλσος
- αλτ
- αλτάνα
- αλύγιστος
- αλυκή
- αλύπητος
- αλυσίδα
- αλυσιδωτός
- αλυσιτελής