στο λεξικό PONS
I. καυχησιάρ|ης <-α, -ικο> [kafçiˈsçaris] ΕΠΊΘ
- καυχησιάρης
- prahlerisch
II. καυχησιάρ|ης <-α, -ικο> [kafçiˈsçaris] SUBST αρσ/θηλ
- καυχησιάρης
- Angeber(in) αρσ (θηλ)
- καυχησιάρης
- Wichtigtuer(in) αρσ (θηλ)
- καυχησιάρης
- Prahlhans αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.