στο λεξικό PONS
μπάλα [ˈbala] SUBST θηλ
1. μπάλα (για παιχνίδι):
- μπάλα
- Ball αρσ
- τον πήρε η μπάλα μτφ
- er wurde (in die Sache) mit hineingezogen
- μπάλα αγώνων (ποιότητας)
- Turnierball αρσ
- μπάλα προπονήσεων
- Trainingsball αρσ
- μπάλα του βόλεϊ
- Volleyball αρσ
- μπάλα του γκολφ
- Golfball αρσ
- μπάλα του κρίκετ
- Cricketball αρσ
- μπάλα του μπάσκετ
- Basketball αρσ
- μπάλα του μπέιζμπολ
- Baseball αρσ
- μπάλα του μπιλιάρδου
- Billardkugel θηλ
- μπάλα του μπόουλινγκ
- Bowlingkugel θηλ
- μπάλα του πετάνκ
- Petanquekugel θηλ
- μπάλα ποδοσφαίρου
- Fußball αρσ
- μπάλα του ράγκμπι
- Rugbyball αρσ
- μπάλα τένις
- Tennisball αρσ
- μπάλα υδατοσφαίρισης
- Wasserball αρσ
- μπάλα του χάντμπολ
- Handball αρσ
- μπάλα χιονιού
- Schneeball αρσ
- μπάλα του χόκεϊ
- Hockeyball αρσ
2. μπάλα (σφαίρα, βλήμα):
- μπάλα
- Kugel θηλ
- μπάλα μπιλιάρδου
- Billiardkugel θηλ
3. μπάλα (το ποδόσφαιρο):
- μπάλα
- Fußball αρσ
- παίζουν μπάλα
- sie spielen Fußball
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μπάλα αγώνων (ποιότητας)
- Turnierball αρσ
- μπάλα προπονήσεων
- Trainingsball αρσ
- μπάλα ποδοσφαίρου
- Fußball αρσ
- μπάλα τένις
- Tennisball αρσ
- μπάλα υδατοσφαίρισης
- Wasserball αρσ