στο λεξικό PONS
εισιτήριο [isiˈtiriɔ] SUBST ουδ
1. εισιτήριο (για είσοδο):
- εισιτήριο
- Eintrittskarte θηλ
- ειδικό εισιτήριο
- besondere Eintrittskarte θηλ
2. εισιτήριο (τρένου, λεωφορίου):
- εισιτήριο
- Fahrkarte θηλ
- βγάζω εισιτήριο
- eine Fahrkarte lösen
- απλό εισιτήριο
- Karte θηλ für eine einfache Fahrt
- εισιτήριο με επιστροφή
- Rückfahrkarte θηλ
- εισιτήριο διαρκείας
- Zeitkarte θηλ
- εισιτήριο ελευθέρας
- Freikarte θηλ
- εβδομαδιαίο εισιτήριο
- Wochenkarte θηλ
- ειδικό εισιτήριο
- Sonderfahrkarte θηλ
- ημερήσιο εισιτήριο
- Tageskarte θηλ
- μειωμένο εισιτήριο
- ermäßigte Karte θηλ
- μηνιαίο εισιτήριο
- Monatskarte θηλ
- εισιτήριο για το σαββατοκύριακο
- Wochenend-Ticket ουδ
- παιδικό εισιτήριο
- Kinderfahrkarte θηλ
- φοιτητικό εισιτήριο
- Studententicket ουδ
- φοιτητικό εισιτήριο
- Studentenkarte θηλ
3. εισιτήριο ΑΕΡΟ:
- εισιτήριο
- Flugschein αρσ
- εισιτήριο με επιστροφή
- Hin- und Rückflug-Ticket ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εισιτήριο ουδ διαρκείας
- Zeitkarte θηλ
- μονό εισιτήριο
- einfache Fahrkarte θηλ
- ειδικό εισιτήριο
- besondere Eintrittskarte θηλ
- φοιτητικό εισιτήριο
- Studentenkarte θηλ
- μηνιαίο εισιτήριο
- Monatskarte θηλ