στο λεξικό PONS
δείγμα [ˈðiɣma] SUBST ουδ
1. δείγμα (εμπορεύματος κτλ):
- δείγμα
- Muster ουδ
- δείγμα
- Probe θηλ
- δείγμα δωρεάν
- Gratismuster ουδ
- δείγμα γραφής
- Schriftprobe θηλ
- δείγμα εμπορεύματος
- Warenmuster ουδ
- δείγμα ούρων
- Harnprobe θηλ
- δείγμα υλικού
- Materialprobe θηλ
- δείγμα υπογραφής
- Unterschriftsprobe θηλ
2. δείγμα (για έλεγχο):
- δείγμα
- Stichprobe θηλ
- τυχαίο δείγμα
- Zufallsstichprobe θηλ
3. δείγμα (ένδειξη):
- δείγμα
- Zeichen ουδ
- σαν δείγμα φιλίας
- als Zeichen der Freundschaft
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δείγμα ουδ σιέλου
- Speichelprobe θηλ
- δείγμα υπογραφής
- Unterschriftsprobe θηλ
- τυχαίο δείγμα
- Zufallsstichprobe θηλ
- δείγμα υλικού
- Materialprobe θηλ
- δείγμα δωρεάν
- Gratismuster ουδ