στο λεξικό PONS
ατελ|ής <-ής, -ές> [atɛˈlis] ΕΠΊΘ
1. ατελής (ατελειοποίητος):
- ατελής
- unvollendet
2. ατελής (όχι τέλειος, όχι άριστος):
- ατελής
- unvollkommen
3. ατελής (όχι πλήρης):
- ατελής
- unvollständig
4. ατελής (χωρίς τέλη):
- ατελής
- gebührenfrei
5. ατελής (αφορολόγητος):
- ατελής
- steuerfrei
6. ατελής (αδασμολόγητος):
- ατελής
- zollfrei
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ατελής/τέλεια καύση
- unvollkommene/vollständige Verbrennung θηλ
- ατελής/τέλειος ανταγωνισμός
- unvollkommener/vollkommener Wettbewerb αρσ