στο λεξικό PONS
απειλ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [apiˈlɔ] VERB μεταβ
1. απειλώ (διατυπώνω απειλή):
- απειλώ κάποιον με κάτι
- drohen jdm mit etw
- απείλησε να τον σκοτώσει
- er drohte, ihn zu töten
2. απειλώ (αποτελώ κίνδυνο):
- απειλώ κάποιον/κάτι
- bedrohen jdn/etw
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.