στο λεξικό PONS
συσκέ|πτομαι <-φτηκα> [siˈscɛptɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
- συσκέπτομαι με κάποιον για κάτι
- sich mit jdm über etw αιτ beraten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συσκέπτομαι με κάποιον για κάτι
- sich mit jdm über etw αιτ beraten
Αναζήτηση στο λεξικό
- σύρριζα
- συρρίκνωση
- συρροή
- σύρσιμο
- συρτάρι
- συσκέπτομαι
- συσκευάζω
- συσκευασία
- συσκευαστής
- συσκευή
- σύσκεψη