στο λεξικό PONS
απομόνωσ|η <-εις> [apɔˈmɔnɔsi] SUBST θηλ
1. απομόνωση (κατάσταση, και ψυχική):
- απομόνωση
- Isolation θηλ
- οικολογική απομόνωση ΟΙΚΟΛ
- ökologische Isolation θηλ
2. απομόνωση (πράξη) ΗΛΕΚ:
- απομόνωση
- Isolierung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- οικολογική απομόνωση ΟΙΚΟΛ
- ökologische Isolation θηλ
- κράτηση σε απομόνωση
- Einzelhaft θηλ