στο λεξικό PONS
εκδίκησ|η <-εις> [ɛkˈðicisi] SUBST θηλ
- εκδίκηση
- Rache θηλ
- ζητώ εκδίκηση
- Rache fordern
- διψώ για εκδίκηση
- nach Rache dürsten
- παίρνω εκδίκηση από κάποιον για κάτι
- an jdm Rache für etw nehmen
- κάνω κάτι για/από εκδίκηση
- etw aus Rache tun
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ζητώ εκδίκηση
- Rache fordern
- είναι διψασμένος για εκδίκηση μτφ
- er dürstet nach Rache
- διψώ για εκδίκηση
- nach Rache dürsten
- διψάει για εκδίκηση
- er dürstet nach Rache
- κάνω κάτι για/από εκδίκηση
- etw aus Rache tun