στο λεξικό PONS
ακίνητ|ος <-η, -ο> [aˈcinitɔs] ΕΠΊΘ
1. ακίνητος (που δεν κινείται):
- ακίνητος
- unbeweglich
- ακίνητη εορτή
- unbeweglicher Feiertag αρσ
- ακίνητο πράγμα ΝΟΜ
- unbewegliche Sache θηλ
2. ακίνητος (μέλος του σώματος: ήσυχο):
- ακίνητος
- still
- μένω ακίνητος
- stillstehen
- ακίνητος!
- keine Bewegung!
3. ακίνητος (ακλόνητος):
- ακίνητος
- unerschütterlich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ακίνητος!
- keine Bewegung!
- μένω ακίνητος
- stillstehen