στο λεξικό PONS
βαρ|ύς <-ιά,-ύ> [vaˈris] ΕΠΊΘ
1. βαρύς μτφ:
- βαρύς (γενικά) (τραύμα, αρρώστια, δουλειά, ευθύνη, τιμωρία, λάθος)
- schwer
- έχω βαριά τη συνείδησή μου
- ein schlechtes Gewissen haben
- με βαριά καρδιά
- schweren Herzens
- βαριά/ελαφριά βιομηχανία
- Schwerindustrie/Leichtindustrie θηλ
- βαρύ βάρος ΑΘΛ
- Schwergewicht ουδ
- βαρύ υδρογόνο
- schwerer Wasserstoff αρσ
2. βαρύς (ύπνος):
- βαρύς
- tief
3. βαρύς (άρωμα):
- βαρύς
- stark
4. βαρύς (χειμώνας):
- βαρύς
- streng
5. βαρύς ΧΡΗΜΑΤΟΠ:
- βαριά χαρτιά
- erstklassige Wertpapiere ουδ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βαρύς ύπνος
- schwerer Schlaf αρσ