στο λεξικό PONS
κέρμα [ˈcɛrma] SUBST ουδ
- κέρμα
- Münze θηλ
- κέρμα σε ευρώ
- Euro-Münze θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κέρμα ουδ με απλή στεφάνη
- Münze θηλ ohne Randprägung
- κέρμα ουδ σε ευρώ
- Euro-Münze θηλ
- κέρμα σε ευρώ
- Euro-Münze θηλ