στο λεξικό PONS
διάστημα [ðiˈastima] SUBST ουδ
1. διάστημα (τοπική απόσταση):
- διάστημα
- Abstand αρσ
- σε διάστημα τριών μέτρων
- im Abstand von drei Metern, in drei Meter Abstand
- ήταν στημένα κατά διαστήματα ενός μέτρου
- sie waren in jeweils einem Meter Abstand voneinander aufgestellt
- σε αραιά/πυκνά διαστήματα
- in weiten/dichten Abständen
2. διάστημα (χρονική απόσταση):
- διάστημα
- Zeitraum αρσ
- διάστημα
- Zeitspanne θηλ
- δεν ήταν δυνατό επειδή το χρονικό διάστημα ήταν μικρό
- es war nicht möglich, weil der Zeitraum zu kurz war
- για ένα μικρό χρονικό διάστημα
- eine kurze Zeit lang
- κατά το διάστημα της δικτατορίας
- während der γεν Diktatur
- κατά διαστήματα (τακτικά)
- in regelmäßigen Abständen
- κατά διαστήματα (κάπου κάπου)
- ab und zu
3. διάστημα ΑΣΤΡΟΝ:
- διάστημα
- Weltraum αρσ
4. διάστημα ΜΟΥΣ:
- διάστημα
- Intervall ουδ
- αυξημένο/ελαττωμένο διάστημα
- übermäßiges/vermindertes Intervall ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διάστημα θηλ σύλληψης
- Empfängniszeit θηλ
- σε διάστημα τριών μέτρων
- im Abstand von drei Metern, in drei Meter Abstand
- αυξημένο/ελαττωμένο διάστημα
- übermäßiges/vermindertes Intervall ουδ
- εκσφενδονίζω έναν πύραυλο στο διάστημα
- eine Rakete in den Weltraum schießen
- για ένα μικρό χρονικό διάστημα
- eine kurze Zeit lang