στο λεξικό PONS
I. κάμπτω <έκαμψα, κάμφθηκα, κεκαμμένος> [ˈkamptɔ] VERB μεταβ
1. κάμπτω (σωλήνα):
- κάμπτω
- biegen
2. κάμπτω μτφ:
- κάμπτω (γόνατα) (εξουδετερώνω την αντίσταση)
- beugen
II. κάμπτω <έκαμψα, κάμφθηκα, κεκαμμένος> [ˈkamptɔ] VERB αμετάβ (στρίβω)
- κάμπτω προς
- sich wenden nach
III. κάμπτομαι VERB αυτοπ ρήμα (υποχωρώ)
- κάμπτομαι
- sich beugen
- κάμπτομαι σε κάποιον/κάτι
- sich jdm/einer Sache beugen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.