στο λεξικό PONS
αταίριαστ|ος <-η, -ο> [aˈtɛri̯astɔs] ΕΠΊΘ
1. αταίριαστος (που δεν ταιριάζει το 'να με τ' άλλο):
- αταίριαστος
- nicht zusammenpassend
- αυτοί οι δυο είναι αταίριαστοι
- diese beiden passen nicht zusammen
2. αταίριαστος (ανάρμοστος: φέρσιμο):
- αταίριαστος
- unpassend, unangebracht
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.