στο λεξικό PONS
καρδιά [karˈðja] SUBST θηλ
1. καρδιά (όργανο, έδρα των συναισθημάτων, σχέδιο):
- καρδιά
- Herz ουδ
- εγχείρηση θηλ ανοιχτής καρδιάς
- Operation θηλ am offenen Herzen
- σφίγγω κάποιον στην καρδιά μου
- jdn an sein Herz drücken
- έχει καλή/σκληρή/χρυσή καρδιά μτφ
- er hat ein gutes/goldenes/hartes Herz
- δεν έχει καρδιά
- er hat kein Herz
- η καρδιά του είναι από πέτρα
- er hat ein Herz aus Stein
- με βαριά/ελαφριά καρδιά
- schweren/leichten Herzens
- με όλη μου την καρδιά
- von ganzem Herzen
- στα κατάβαθα της καρδιάς του
- im Grunde seines Herzens
- ανοίγω την καρδιά μου σε κάποιον
- jdm sein Herz öffnen/ausschütten
- έχω κάποιον στην καρδιά μου
- jdn in sein Herz geschlossen haben
- δε μου βαστάει η καρδιά να κάνω κάτι
- es nicht übers Herz bringen, etw zu tun
- ραγίζει η καρδιά μου
- mir bricht das Herz
- η καρδιά μου ματώνει
- mir blutet das Herz
- η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει (από συγκίνηση)
- mein Herz wollte zerspringen
- έρχεται η καρδιά μου στη θέση της
- sich richtig erholen
- σε σχήμα καρδιάς
- in Herzform, in Form eines Herzens
- βραγχιακή καρδιά
- Kiemenherz ουδ
2. καρδιά μτφ (κέντρο):
- στην καρδιά της πόλης
- im Herzen der Stadt
- στην καρδιά του καλοκαιριού
- im Hochsommer
- στην καρδιά του χειμώνα
- im tiefsten Winter
- στην καρδιά της νύχτας
- tief in der Nacht
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βραγχιακή καρδιά
- Kiemenherz ουδ
- ελαφρά τη καρδιά, με ελαφριά καρδιά
- leichten Herzens
- σπαράζει η καρδιά μου
- mir tut es im Herzen weh
- έχει καρδιά από πέτρα
- er hat ein Herz aus Stein
- κερδίζω την καρδιά κάποιου
- jds Herz gewinnen