στο λεξικό PONS
θείος1 [ˈθiɔs] SUBST αρσ
- θείος
- Onkel αρσ
θεί|ος2 <-α, -ο> [ˈθiɔs] ΕΠΊΘ
1. θείος και μτφ:
- θείος
- göttlich
2. θείος (άγιος, ιερός):
- θείος
- heilig
- θεία λειτουργία
- Gottesdienst αρσ
- θεία κοινωνία
- heilige Kommunion θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.