στο λεξικό PONS
βόλτα [ˈvɔlta] SUBST θηλ
1. βόλτα (περίπατος):
- βόλτα (με τα πόδια)
- Spaziergang αρσ
- βόλτα (με το αυτοκίνητο/τη βάρκα)
- Spazierfahrt θηλ
- πάμε βόλτα, έρχεσαι; (με τα πόδια)
- wir gehen spazieren; kommst du mit?
- θα πάμε βόλτα με τη βάρκα
- wir machen eine Spazierfahrt mit dem Boot
- θα πάμε μια βόλτα στο Γιάννη
- wir schauen mal bei Janni vorbei
- θα πάμε μια βόλτα (μικρής διάρκειας και μέσα σε πόλη)
- wir machen eine Runde durch die Stadt
- την Κυριακή θα πάμε βόλτα στη θάλασσα
- am Sonntag machen wir einen Ausflug ans Meer
- έλα μια βόλτα να μας δεις
- schau mal vorbei
- κάνω βόλτες (γυρίζω πάνω κάτω)
- auf und ab gehen
2. βόλτα (γύρος):
- βόλτα
- Runde θηλ
- ο νυχτοφύλακας κάνει τη βόλτα του πάλι
- der Nachtwächter dreht wieder seine Runde
- αυτή τη βόλτα την κερνάω εγώ
- ich schmeiß eine Runde
3. βόλτα (περιστροφή):
- βόλτα
- Umdrehung θηλ
ιδιωτισμοί:
- τα φέρνω βόλτα (με χρήματα)
- auskommen
- πώς τα φέρνεις βόλτα με 950;
- wie kommst du denn mit 950 aus?
- ίσα ίσα τα φέρνει βόλτα
- er kommt gerade eben über die Runden
- φέρνω κάποιον βόλτα
- jdn herumkriegen/überreden
- τον έφερα βόλτα
- ich habe ihn herumgekriegt
- την έφερε βόλτα να 'ρθει μαζί
- er hat sie dazu überredet mitzukommen
- κόβω βόλτες
- herumlaufen
- όλη τη μέρα κόβει βόλτες
- er läuft den ganzen Tag nur herum
- πήρε την κάτω βόλτα
- es geht bergab mit ihm
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βόλτα (με τα πόδια)
- Spaziergang αρσ
- θα πάμε μια βόλτα (μικρής διάρκειας και μέσα σε πόλη)
- wir machen eine Runde durch die Stadt
- πήρε την κάτω βόλτα
- es geht bergab mit ihm
- πάμε βόλτα, έρχεσαι; (με τα πόδια)
- wir gehen spazieren; kommst du mit?
- τα φέρνω βόλτα (με χρήματα)
- auskommen