στο λεξικό PONS
επιτροπή [ɛpitrɔˈpi] SUBST θηλ
- επιτροπή
- Ausschuss αρσ
- επιτροπή
- Kommission θηλ
- επιτροπή
- Komitee ουδ
- ειδική επιτροπή
- Sonderkommission θηλ
- εξεταστική επιτροπή
- Prüfungsausschuss αρσ
- ανακριτική επιτροπή
- Untersuchungsausschuss αρσ
- επιτροπή για την απασχόληση EE
- Beschäftigungsausschuss αρσ
- επιτροπή διαμεσολάβησης
- Vermittlungsausschuss αρσ
- επιτροπή εμπειρογνωμόνων
- Gutachterausschuss αρσ
- Ευρωπαϊκή Επιτροπή
- Europäische Kommission θηλ
- κοινή επιτροπή
- gemeinsamer Ausschuss αρσ
- κοινοβουλευτικές επιτροπές EE
- Ausschüsse αρσ πλ des Europäischen Parlaments
- Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή EE
- Europäischer Wirtschafts- und Sozialausschuss αρσ
- μόνιμη επιτροπή
- ständiger Ausschuss αρσ
- Επιτροπή Μόνιμων Αντιπροσώπων EE
- Ausschuss αρσ der Ständigen Vertreter
- νομική επιτροπή
- Rechtsausschuss αρσ
- επιτροπή ολομέλειας
- Plenarausschuss αρσ
- Επιτροπή των Περιφεριών EE
- Ausschuss αρσ der Regionen
- Επιτροπή Πολιτικής και Ασφάλειας EE
- Politisches und Sicherheitspolitisches Komitee ουδ
- επιτροπή συνδιαλλαγής EE
- Vermittlungsausschuss αρσ
- έκθεση θηλ επιτροπής
- Ausschussbericht αρσ
- μέλος ουδ επιτροπής
- Ausschussmitglied ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επιτροπή θηλ συνδιαλλαγής EE
- Vermittlungsausschuss αρσ
- επιτροπή θηλ διαιτησίας
- Schiedskommission θηλ
- επιτροπή θηλ εμπειρογνωμόνων
- Gutachterausschuss αρσ
- επιτροπή θηλ ελέγχου
- Prüfungsausschuss αρσ
- επιτροπή θηλ διαμεσολάβησης
- Vermittlungsausschuss αρσ