στο λεξικό PONS
αναφων|ώ <-είς, -ησα> [anafɔˈnɔ] VERB μεταβ
1. αναφωνώ (από τρόμο, θυμό):
- αναφωνώ
- aufschreien
2. αναφωνώ (από χαρά):
- αναφωνώ από χαρά
- einen Freudenschrei ausstoßen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αναφωνώ από χαρά
- einen Freudenschrei ausstoßen