στο λεξικό PONS
έξω [ˈɛksɔ] ΕΠΊΡΡ
- είναι έξω
- er ist draußen
- πήγαινε έξω
- geh hinaus
- έλα έξω
- komm heraus
- το γραφείο βρίσκεται έξω από το κτήριο
- das Büro befindet sich außerhalb des Gebäudes
- προς τα έξω
- nach außen
- έξω-έξω (στην άκρη κάποιας επιφάνειας)
- ganz am Rand
- απ' έξω
- von außen/draußen
- ξέρω κάτι απ' έξω (αριθμό τηλεφώνου κτλ)
- etw auswendig wissen
- ξέρω κάτι απ' έξω (ποίημα)
- etw auswendig können
- ξέρω κάτι απ' έξω κι ανακατωτά (γνωρίζω)
- etw in- und auswendig kennen
- τον πέταξαν έξω
- man hat ihn hinausgeworfen
- έξω!
- hinaus!
- έξω! (με πιο άγριο ύφος)
- raus!
- γυρίζω ένα παντελόνι μέσα έξω
- eine Hose wenden
- σπουδάζει έξω (στο εξωτερικό)
- er studiert im Ausland
- 45 χρονών είναι; - έπεσες πολύ έξω
- ist er 45? - du hast dich sehr verschätzt
- πέφτεις έξω αν νομίζεις ότι …
- du irrst dich, wenn du denkst, dass …
- το ρίχνω έξω
- einen draufmachen
- θα το ρίξουμε έξω απόψε
- heute machen wir einen drauf
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έξω!
- hinaus!
- έξω-έξω (στην άκρη κάποιας επιφάνειας)
- ganz am Rand
- είναι έξω
- er ist draußen
- πήγαινε έξω
- geh hinaus
- έλα έξω
- komm heraus