στο λεξικό PONS
αναπηρία [anapiˈria] SUBST θηλ
- αναπηρία
- Invalidität θηλ
- διαρκής αναπηρία
- dauerhafte Invalidität θηλ
- ολική αναπηρία
- Vollinvalidität θηλ
- βαθμός αρσ αναπηρίας
- Invaliditätsgrad αρσ
- σύνταξη θηλ αναπηρίας
- Invalidenrente θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διαρκής αναπηρία
- dauerhafte Invalidität θηλ
- ολική αναπηρία
- Vollinvalidität θηλ