στο λεξικό PONS
φοιτητής (φοιτήτρια) [fitiˈtis, fiˈtitria] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
- φοιτητής (φοιτήτρια)
- Student(in) αρσ (θηλ)
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πρωτοετής φοιτητής
- Erstsemester ουδ
- μετεξεταστέος φοιτητής
- Student αρσ , der eine Prüfung wiederholen muss
- αριστούχος μαθητής/φοιτητής
- ein mit einer Eins benoteter Schüler/Student αρσ