στο λεξικό PONS
υπηρεσία [ipirɛˈsia] SUBST θηλ
1. υπηρεσία (εργασία, σύνολο λειτουργιών κράτους, εξυπηρέτηση):
- υπηρεσία
- Dienst αρσ
- αναλαμβάνω υπηρεσία
- einen Dienst antreten
- έχω υπηρεσία
- Dienst haben
- είμαι εκτός υπηρεσίας
- nicht im Dienst sein
- προσφέρω υπηρεσία σε κάποιον
- jdm einen Dienst erweisen
- προσφέρω τις υπηρεσίες μου σε κάποιον
- jdm seine Dienste anbieten
- προσφέρω μεγάλες υπηρεσίες σε κάποιον
- jdm gute/große Dienste leisten
- στην υπηρεσία της επιστήμης
- im Dienst der Wissenschaft
- στην υπηρεσία της πατρίδας του
- in Pflichterfüllung für sein Vaterland
- διοικητικές υπηρεσίες
- Verwaltungsdienst αρσ ενικ
- νυχτερινή υπηρεσία
- Nachtdienst αρσ
- υπηρεσία πληροφοριών
- Informationsdienst αρσ
- στρατιωτική υπηρεσία
- Wehrdienst αρσ
- Δημόσια υπηρεσία
- öffentlicher Dienst αρσ
2. υπηρεσία ΟΙΚΟΝ (άυλο προϊόν):
- υπηρεσία
- Dienstleistung θηλ
- διακίνηση θηλ υπηρεσιών
- Dienstleistungsverkehr αρσ
3. υπηρεσία (γραφείο, κέντρο, αρχή):
- υπηρεσία
- Behörde θηλ
- υπηρεσία
- Amt ουδ
- υπηρεσία
- Dienststelle θηλ
- ειδική υπηρεσία
- Sonderbehörde θηλ
- μετεωρολογική υπηρεσία
- Wetterdienst αρσ
- μυστική υπηρεσία
- Geheimdienst αρσ
- υπηρεσία εκκαθάρισης ΟΙΚΟΝ
- Clearingzentrale θηλ
- υπηρεσία εκκαθάρισης ΟΙΚΟΝ
- Clearingstelle θηλ
4. υπηρεσία (υπηρετικό προσωπικό):
- υπηρεσία
- Dienerschaft θηλ
5. υπηρεσία (υπηρέτης):
- υπηρεσία
- Diener αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υπηρεσία θηλ αερομεταφορών
- Luftfrachtdienst αρσ
- υπηρεσία θηλ παραλαβής
- Abholdienst αρσ
- υπηρεσία θηλ πληροφοριών
- Informationsdienst αρσ
- μυστική υπηρεσία
- Geheimdienst αρσ
- έχω υπηρεσία
- Dienst haben