στο λεξικό PONS
I. κουρά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [kuˈrazɔ] VERB μεταβ
- κουράζω
- anstrengen
- κουράζω
- ermüden
II. κουράζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- κουράζομαι
- müde werden
- κουρασμένος
- müde
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.