στο λεξικό PONS
παγόνι [paˈɣɔni] SUBST ουδ
- παγόνι
- Pfau αρσ
- φουσκώνω σαν (το) παγόνι
- sich aufblähen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- φουσκώνω σαν (το) παγόνι
- sich aufblähen
- όχι δα και παγόνι! - πάπια είναι
- (das ist) doch nicht ein Pfau! - das ist eine Ente