στο λεξικό PONS
διπλ|ός <-ή, -ό> [ðiˈplɔs] ΕΠΊΘ
- διπλός
- doppelt, Doppel-
- το διπλό απ' ό, τι νόμιζα
- doppelt so viel wie ich dachte
- είμαι διπλός από κάποιον/κάτι
- doppelt so groß wie jd/etw
- γίνομαι διπλός οικ (μεγαλώνω)
- doppelt so groß werden
- γίνομαι διπλός οικ (παχαίνω)
- doppelt so dick werden
- τα βλέπω διπλά
- alles doppelt sehen
- και του χρόνου διπλός/διπλή!
- und dass wir dich nächstes Jahr "mit Begleitung" wiedersehen!
- ζω/κάνω διπλή ζωή
- ein Doppelleben führen
- παίζω διπλό παιχνίδι
- ein doppeltes Spiel spielen
- διπλό ποδήλατο
- Tandem ουδ
- ένα διπλό ουίσκι
- ein doppelter Whisky αρσ
- διπλό CD
- Doppel-CD θηλ
- διπλό κρεβάτι
- Doppelbett ουδ
- διπλή προσωπικότητα
- gespaltene Persönlichkeit θηλ
- διπλή όραση ΙΑΤΡ
- Doppelbilder ουδ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- διπλός ποδόδεσμος
- doppelter Schotstek αρσ
- διπλός δεσμός
- Doppelbindung θηλ
- γίνομαι διπλός οικ (μεγαλώνω)
- doppelt so groß werden
- απλός/διπλός αγώνας (στο μπάντμιντον)
- Einzelspiel/Doppelspiel ουδ
- είμαι διπλός από κάποιον/κάτι
- doppelt so groß wie jd/etw