στο λεξικό PONS
λατρ|εύω <-εψα, -εύτηκα, -ε(υ)μένος> [laˈtrɛvɔ] VERB μεταβ
1. λατρεύω (θεότητα):
- λατρεύω
- verehren, anbeten
2. λατρεύω (άνθρωπο):
- λατρεύω
- vergöttern
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.