στο λεξικό PONS
μπαλκόνι [balˈkɔni] SUBST ουδ
- μπαλκόνι
- Balkon αρσ
- βγαίνω στο μπαλκόνι
- auf den Balkon treten
- βγαίνω στα μπαλκόνια μτφ (για πολιτικούς)
- an die Öffentlichkeit gehen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βγαίνω στο μπαλκόνι
- auf den Balkon treten